ΝΕΚΡΗ ΣΑΙΖΟΝ

Καλώς ορίσατε στο σκληρό και αξέχαστο πρώτο μυθιστόρημα του Τζάκ Κέτσαμ, τη Νεκρή Σαιζόν. Το βιβλίο, το οποίο εκδόθηκε πρώτη φορά το 1981, αποτέλεσε σημείο καμπής για τη σύγχρονη λογοτεχνία τρόμου, κι έγινε αμέσως κλασσικό έργο που εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να επηρεάζει τόσο τη γραφή, όσο και την ανάγνωση του συγκεκριμένου είδους.

Είχαν κυνηγήσει κάθε είδους ζώο,
μα δεν υπήρχε κρέας σαν του ανθρώπου...

Στη φουλ σαιζόν γεμίζει ο τόπος τουρίστες. Στη νεκρή σαιζόν μένουν μόνο οι ντόπιοι - και κάποιοι επισκέπτες, όπως η Κάρλα, που έχει έρθει στη μικρή παραθαλάσσια πόλη του Μέιν για να συνδυάσει δουλειά και αναψυχή... αφού πρώτα συγυρίσει το σπίτι για να υποδεχτεί τους φίλους της από τη Νέα Υόρκη. Όμως στο γύρω δάσος καραδοκεί μια αλλόκοτη οικογένεια, που παρακολουθεί περιμένοντας να κορέσει την αφύσικη πείνα της.

Μέσα σε ελάχιστες ώρες οι άνθρωποι της πόλης, θα μάθουν πόσο λίγο απέχει ο πολιτισμός από την απόλυτη αγριότητα.

"Ο Ketchum έχει γίνει κάτι σαν ήρωας για εμάς που γράφουμε ιστορίες τρόμου και αγωνίας. Με πολύ απλά λόγια, είναι ένας από τους καλύτερους στο χώρο".
Stephen King

Η αλογόκριτη έκδοση κυκλοφορεί από τη Jemma Press

Heroes



Λοιπόν η Λ. είναι μια κοπέλα που γνώρισα πριν αρκετά χρόνια. Τα χρόνια πριν το decadence τα λέω εγώ, αλλά δεν ξέρω ένας τρίτος πως θα μπορούσε να τα χαρακτηρίσει. Μπορεί ας πούμε να τα έλεγε «τα χρόνια πριν την πυρηνική καταστροφή». Όπως και να έχει, η Λ. ήταν πολύ συμπαθητική, γνήσια καλόκαρδη και κάναμε αρκετή παρέα. Είχαμε περάσει πάρα πολλά βράδια σε ένα καμένο μπαρ, με τις φλύκταινες στο δέρμα μου να μεγαλώνουν καθώς ακούγαμε System Of A Dawn και την τεκίλα να ρέει άφθονη μέσα σε κανάτες. Η Λ. γούσταρε πολύ την τεκίλα. Εγώ πάλι της έλεγα πως δεν την αντέχω. Εκείνη, γεμάτη ζωντάνια, χιούμορ και χαρά, μου πάσαρε ασταμάτητα σφηνάκια για να με εκπαιδεύσει. Ήθελε να με κάνει σαν τον Bukowski υποθέτω και επειδή το έβρισκα γοητευτικό να το φαντάζομαι σε γυναικεία έκδοση, τα έπινα. Είχε μακριά ξανθά μαλλιά που δεν χρειάζονταν ποτέ κομμωτήριο. Και μια προσωπικότητα, τόσο χαρωπή και καλόκαρδη που δεν χρειαζόταν κανένα διαπιστευτήριο για να την εμπιστευτείς.

Χαθήκαμε, χωρίς να υπάρχει κανένας ιδιαίτερος λόγος. Έτσι απλά, ακολουθήσαμε άλλα μονοπάτια, αν και τώρα που το σκέφτομαι, ίσως θα έπρεπε να καταπολεμήσω την απέχθειά μου για τους System Of A Dawn και τα συμπυκνωμένα ζάχαρα γαλάζιας αγαύης της τεκίλας. Αν μη τι άλλο, είχαν μια αυθεντικότητα. Τον Bukowski δεν τον απεχθανόμουν έτσι κι αλλιώς. Τη συνάντησα ξανά σε μια συναυλία, ενώ καθόμουν σε ένα πεζουλάκι με τον Παναγιώτη και χαζεύαμε τα τατουάζ μας. Χάρηκα πολύ που την είδα. Δεν κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Τα μακριά κατάξανθα μαλλιά, είχαν αντικατασταθεί από ένα καστανό, άχαρο καρρέ, αλλά εγώ σκέφτηκα πως επρόκειτο για μια άτυχη μέρα στο κομμωτήριο. Έκανα λάθος.
Καθώς με κρατούσε στην αγκαλιά της, μετά από τόσο καιρό μου ψιθύρισε στο αυτί : «Θα το παλέψω Στελλίτσα μου και θα το νικήσω!».
Είναι μερικές φορές, που το σώμα μας πετρώνει. Δεν έχω καταλάβει πως γίνεται αυτό. Είναι λες και όλοι οι μυς σου έχουν κάνει σύσκεψη και έχουν αποφασίσει να κάνουν απεργία. Έτσι πέτρωσε και το δικό μου σώμα μέσα στην αγκαλιά της. Την έπιασα από τα μπράτσα για να δω καλύτερα μέσα στα μάτια της. Στα δικά μου μάτια, υποθέτω πως διάβαζε τον απόλυτο τρόμο.
«Όχι!» της είπα κατηγορηματικά. Ήθελα να χτυπήσω το πόδι μου με δύναμη στο χώμα και να ξαναφωνάξω «ΟΧΙ!» πολλές φορές. Λες κι αν θα το έλεγα πολύ δυνατά και συνεχώς, θα άλλαζε κάτι.
Τα μάτια της είχαν γίνει σαν δύο μικρές λαμπερές λίμνες και το χαμόγελο που με κόπο είχε στήσει στα χείλια της μου έλεγαν πως ναι. Ήταν άρρωστη. Πολύ άρρωστη. Υπάρχει ένας εφιάλτης που έχει όνομα και λέγεται καρκίνος.
«Θα γίνω καλά» μου είπε. Πώς να την πιστέψω; Πώς να της πω για όλα αυτά που είδα και έζησα; Ο κεντημένος γελωτοποιός στην πλάτη μου, άρχισε να κουνάει τα κουδουνάκια του.
«Όχι απλώς θα γίνεις καλά, αλλά θα του γαμήσεις τα πρέκια!» της είπα με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση.
«Ναι, έτσι θα κάνω» συνέχισε να χαμογελάει με κόπο αλλά γενναία.

Στους μήνες που ακολούθησαν, όσες φορές την πήρα τηλέφωνο, δεν την άκουσα ποτέ να γκρινιάζει. Δεν την άκουσα ποτέ λυπημένη. Δεν άκουσα ποτέ, να έχει χάσει το θάρρος της ακόμα και τις χειρότερες μέρες. Εγώ κάθε φορά που έπαιρνα, ήμουν παγωμένη από τον πανικό. Φοβόμουν πως θα έρθει μια μέρα που θα την πάρω τηλέφωνο και δεν θα το σηκώσει. Το μεγαλείο της δεν μπορεί να εκφραστεί επαρκώς με λέξεις και δεν θα το επιχειρήσω.

Βρίσκομαι σε συναυλία ξανά που έχει τελειώσει, και ετοιμάζομαι να φύγω. Ξαφνικά χάνομαι μέσα σε μια αγκαλιά. Γυρίζω ξαφνιασμένη και βλέπω τη Λ. Το κοντό, δανεικό καρρέ έχει εξαφανιστεί. Κοντά, πολύ κοντά μαλλιά ξανθά. Χαμόγελο. Γνήσιο. Θριάμβου.
«Σε έβλεπα όλη την ώρα μπροστά να τραγουδάς και χαιρόμουν τόσο πολύ και ήθελα να έρθω να σου πω πως ΤΟΥ ΓΑΜΗΣΑ ΤΑ ΠΡΕΚΙΑ!» μου λέει και θέλω εκείνη τη στιγμή να αρχίσω να χορευώ μέσα στο πλήθος κλαίγοντας από χαρά. Νομίζω πως το έκανα, στ’αλήθεια δεν θυμάμαι…
Πιάνει τις άκρες από τα μαλλιά της αμήχανα.
«Μαλάκα, είσαι θεά!» την καθησυχάζω «Ίδια η Annie Lennox σου το ορκίζομαι!». Λέω την αλήθεια. Είναι πράγματι όμορφη σαν θεά. Και μέσα και έξω.
Βάζει τα γέλια.
«Ε εσύ, αυτό θα έλεγες» μου λέει και με αγκαλιάζει ξανά.
Νιώθω τόση περηφάνια για εκείνη και την λεβεντιά της που είναι σαν να έχω εξαϋλωθεί και έχω απλωθεί σε ολόκληρο το χώρο. Παίρνω σαν κλέφτης ένα κομμάτι από την κατάδική της νίκη και το κρατάω μέσα μου, σκεπτόμενη πως η Λ. κέρδισε για όλους εκείνους που αρρώστησαν και δεν τα κατάφεραν.

Μπράβο σου κούκλα μου, σ’ευχαριστώ!

Heroes

Pic by M. Herrmann


North & South
ΕΤΣΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΜΕΙΣ!...






Ντριιιιιν....

G: Παρακαλώ;
M: ΑΣΕ ΤΑ ΠΑΡΑΚΑΛΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΤΑ ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΕΙΣ ΜΕ ΤΟ SOUNDTRACK, ΠΑΛΙΟΗΛΙΘΙΕ, ΠΟΥ ΚΟΠΡΟΣΚΥΛΙΑΖΕΙΣ ΟΛΗ ΜΕΡΑ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ!
G: Σε εμένα μιλάτε δεσποινίς;
Μ: Μη μου κάνεις τον Κινέζο και στρώσου στη δουλειά! Ανεπρόκοπο πλάσμα!
G: (Με απόλυτη ψυχραιμία) Αν θέλετε να ξέρετε, αγαπητή, το soundtrack είναι έτοιμο, μάλιστα έχει γίνει upload για να το κατεβάσει ο κόσμος, έχουν μπει και στον player, το μόνο που μένει είναι να γράψετε κείμενο...ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ Ή ΝΑ ΚΑΝΩ ΚΑΙ ΚΑΚΑ;
Μ: Αγάπη μου, φως μου, λατρεία μου! Σου έχω πει πόσο σ' αγαπάω;

ΤΣΙΚ!

Μ: Εμπρός;...Είσαι εκεί;....


**********

Ντριιιιιν...

G: Παρακαλώ;
Μ: (με νάζι) Τιιιι κάνειιιιις;
G: Τι θα γίνει ρε κοπελιά; Θα με αφήσεις να κάνω τη δουλειά μου;
Μ: Τι φτιάχνεις;
G: Κάνω format στο netbook γιατί τα βαρέθηκα τα ΧΡ.
Μ: Format ξέρεις να κάνεις...να ανεβάσεις το soundtrack στο blog δε το ξέρεις ε;

ΤΣΙΚ!

Μ: (μονολογώντας) Πάλι μου το έκλεισε στα μούτρα ο μαλάκας...

**********

Ντριιιιιν...

G: (χωρίς να μιλήσει)....
Μ: Ναι;...Εμπρός;...Καλέ είσαι εκεί;
G: (μετά από ώριμη σκέψη) Τι θες τώρα;
Μ: Γιατί δε μιλάς, ρε παλιορεμάλι;
G: Γιατί έχω δουλειά. Αν ήθελα να μιλήσω θα σου τηλεφωνούσα να τα λέγαμε.
Μ: Καλά...θα κλείσω...Ακόμα με το netbook ασχολείσαι;
G: Όχι...Κάνω κράτηση εισητηρίων...
Μ: Α ΝΑΙ; Τι καλά!!! Πού θα πας;
G: Εγώ πουθενά...εσύ ταξιδεύεις αύριο για Ντουμπάι! Γι άυτό τρέξε να προλάβεις το Ηondos να πάρεις εκείνη τη βαφή που έλεγες!
Μ: ΤΙ ΛΕΣ ΡΕ ΠΑΛΙΟΜ-
ΤΣΙΚ!

Μ: Πφφφφφφφφφφ.......το κέρατό μου μέσα!

Das Parfum


Εδώ και μια 20ετία, δεν έχω αλλάξει γνώμη. Το πιο αγαπημένο μου βιβλίο, που το διάβασα περίπου 17 χρονών, είναι Το Άρωμα του Πάτρικ Ζίσκιντ.
Έχω διαβάσει από τότε, πάρα πολλά βιβλία που τα έχω αγαπήσει πολύ, αλλά αυτό παραμένει η μεγαλύτερη αγάπη μου.

Τις τελευταίες μέρες το σκέφτομαι πολύ. Σκέφτομαι τον Ζαν Μπατίστ που προσπαθούσε να φτιάξει το πιο μεθυστικό άρωμα που αναδίδει η ανθρώπινη ύπαρξη, συλλέγοντας γλυκές μυρωδιές από τις πιο όμορφες, μοσχομυριστές υπάρξεις και στο τέλος, κατάφερε να φτιάξει ένα άρωμα τόσο αγγελικό που οι άνθρωποι γύρω του όταν το φορούσε, τον αγάπησαν τόσο πολύ, που θέλησαν να τον κρατήσουν μέσα τους και τον έφαγαν.

Και μετά αρχίζω και σκέφτομαι ανάποδα ή αντίστροφα, δεν ξέρω...

Θα μπορούσα να είμαι η
θηλυκή έκδοση του Ζαν Μπατίστ. Αυτός θα ήταν το άσπρο κι εγώ το μαύρο. Και αντί για όμορφα αρώματα, εγώ θα μάζευα άσχημα. Γιατί όπως υπάρχουν ανθρώπινες υπάρξεις που ευωδιάζουν, υπάρχουν και ανθρώπινες υπάρξεις που βρωμάνε. Μυρίζουν τόσο μα τόσο άσχημα, που μερικές φορές δεν μπορείς να το αντέξεις. Θα μπορούσα να μάζευα τις μυρωδιές αυτές με τα σύνεργά μου -φαντάζομαι πως θα μοιάζουν με αυτή της σύψης, αλλά μπορεί να είναι και χειρότερες- και να τις κλείνω κι εγώ σε μικρά, σκαλιστά μπουκαλάκια όπως έκανε ο Ζαν Μπατίστ. Αναρωτιέμαι τι θα γινόταν εάν έφτιαχνα ένα άρωμα από όλες αυτές τις ανόσιες μυρωδιές και το φορούσα. Δεν θα με έτρωγε κανένας. Κι αν με έτρωγε, όπως έφαγαν τον Ζαν Μπατίστ, σίγουρα θα με έφτυνε ή θα με ξερνούσε αηδιασμένος.

Δεν σκέφτηκα παρά μόνο πρόσφατα πως θα ήθελα να γίνω ένας θηλυκός Ζαν Μπατίστ και από τότε, φλέγομαι από τον πόθο να γίνω συλλέκτης όπως εκείνος, φορώντας μαύρη ρεντιγκότα και διαμαντοστόλιστες φιούμπες στα παπούτσια...

Peter Murphy 8/11/2009


Κόκκινο κραγιόν ή μπορντώ; Κοιτάζομαι στον καθρέπτη και χαμογελάω ενώ σκέφτομαι πως δεν έχει καμία απολύτως σημασία.
Πεταλούδες χορεύουν στο στομάχι μου και καλωσορίζω το συναίσθημα. Μου αρέσει αυτή η αδημονία που νιώθω πριν από τις συναυλίες.

Το Gagarin ήταν σχεδόν άδειο όταν φτάσαμε. Είχαμε πάει από νωρίς. Είναι κάπως σαν τα ραντεβού που περιμένεις με τόση πολύ αγωνία, που πας ένα μισάωρο πιο νωρίς και στήνεσαι χωρίς να σε νοιάζει, γιατί πρέπει να είσαι εκεί όσο πιο γρήγορα μπορείς. Παίρνουμε ποτά και πάω να πιάσω τη θέση μου στη μπάρα. Κολλημένη στο κάγκελο κάτω από τις κιθάρες. Δεν γίνεται να είμαι πουθενά αλλού, παρά μόνο εκεί. Ο Αντώνης έχει πάθει κρίση λογιαδιάροιας. Την αντέχω για αρκετή ώρα, μέχρι που του λέω να σκάσει επιτέλους γιατί δεν μπορώ άλλο. Κάθομαι κάτω στη σχάρα και βγάζω το κινητό μου να στείλω μήνυμα στον Αντρέα. Πρέπει να πάρει κι εκείνος το κομμάτι του, μια που είναι μακριά. Είμαι απορροφημένη γράφοντας, όταν ο Αντώνης που έχει παραμείνει όρθιος δίπλα μου, μου σκάει μια γενναία, προμελετημένη και ξεγυρισμένη κλωτσιά. Σηκώνω το κεφάλι απορημένη. Λες να τα πήρε στο κρανίο, επειδή του είπα να σκάσει; Και τότε τον βλέπω. Στέκεται από πάνω μου κρατώντας ένα κουτάκι μπύρας στο χέρι και χαμογελάει. Έχω να τον δω σχεδόν 4 χρόνια από κοντά αλλά έχει παραμείνει ακριβώς ο ίδιος, για να μην πω και καλύτερος. Σηκώνομαι και ανοίγει την αγκαλιά του. Είμαστε τόσο χαρούμενοι που βλέπουμε ο ένας τον άλλο. Ο Mark ξέρει πολύ καλά, πόσο αγαπώ τις κιθάρες του. Αρχίζουμε να λέμε τα νέα μας. Σκέφτομαι πως πρέπει να προλάβω, να τα πούμε όλα, μέσα σε λίγα μόνο λεπτά γιατί πολύ πιθανά, θα φύγει ή θα αρχίσει να περιφέρεται από δω κι από κει. Κάνω λάθος. Καθόμαστε δίπλα-δίπλα και βλέπουμε μαζί το support (αλήθεια πότε βγήκε η κοπελιά στη σκηνή;) με ένα συναίσθημα οικειότητας, που εγώ τουλάχιστον το νιώθω με πολύ λίγους ανθρώπους. Σχολιάζουμε, μου γκρινιάζει, με ενημερώνει για τη ζωή του. Η ώρα που πέρασε μέχρι να τελειώσει η Lettie μου φαίνεται πολύ, μα πολύ λίγη. Ήξερα πως θα τον έβλεπα στη σκηνή μα δεν περίμενα ότι θα κατάφερνε να βρει λίγο χρόνο για να τον περάσουμε μαζί. Όταν έρχεται η ώρα να ανέβει τελικά στη σκηνή για να παίξει, αγκαλιαζόμαστε. Του λέω στο αυτί του να προσέχει και να μην σταματήσει ποτέ μα ποτέ να παίζει. Μου χαμογελάει και μου λέει πως θα προσπαθήσει. Δεν θέλουμε να τελειώσει αυτή η αγκαλιά αλλά πρέπει.

Η σκηνή, είναι φωτισμένη με μπλε και πορφυρά χρώματα και καθώς βλέπω τον Peter να εμφανίζεται, η καρδιά μου γεμίζει με συγκίνηση. Είναι τόσο αλαζονικά μεγαλειώδης! Σε αυτή του την εμφάνιση έχει προφανώς αποφασίσει να διαγράψει παντελώς τους θεατρινισμούς. Βγαίνει μαυροφορεμένος, σοβαρός και επιβλητικός. Είναι μια persona που σε μαγνητίζει χωρίς να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια. Κοιτάζει διαπεραστικά το κοινό, με την ίδια σιγουριά και αυτοπεποίηθηση που είχε όταν έπαιζε μαζί με τους Bauhaus και δεν επιτρέπει σε κανένα να τον αγνοήσει. Από την πρώτη κιόλας νότα, λες και κάποιος πάτησε ένα κουμπί με κάποιο μαγικό τρόπο, το γεμάτο πλέον Gagarin έγινε ένα τεράστιο ηλεκτρομαγνητικό πεδίο. Ο Murphy με αναλοίωτη φωνή, βγάζει όλο το μέσα του έξω με τόση σιγουριά και επίγνωση, που σε καθηλώνει με τέτοιο τρόπο που νιώθεις αδύναμος, έρμαιο, σκλάβος χωρίς δική σου βούληση. Το κάνει όμως με τόσο τρυφερό τρόπο μερικές φορές, που δεν σε νοιάζει. Το αντίθετο μάλιστα.

A tear falls as she describes
Approaching death with a yearning heart
With pride and no despise
Hot tears flow as she recounts
Her favourite worded token
Forgive me please for hurting so
Don't go away heartbroken no

O Mark μου γνέφει από τη σκηνή. Ξέρει ότι λατρεύω το Marlene Dietrich's Favorite Poem. Στη Γερμανία δεν το έπαιξαν. Εδώ, μου υποσχέθηκε ότι θα κάνει ότι μπορεί για να το ακούσω. Θυμάμαι την τελευταία συναυλία του στην Αθήνα όταν έπαιζε ακόμα με τους Mission. Είχα ζητήσει επιτακτικά να ακούσω το Dragonfly. Και πάλι τότε μου είχε κάνει τη χάρη... Είμαι τόσο συγκινημένη που δεν ξέρω αν θα καταφέρω να μην κλάψω. Το παλεύω γενναία. Ακόμα και την ώρα που ακούω το Cuts you up.

I find you in the morning
After dreams of distant signs

You pour yourself over me
Like the sun through the blinds
You lift me up

And get me out

Keep me walking

But never shout

Hold the secret close
I hear you say
You know the way
It throws about

It takes you in
And spits you out
It spits you out
When you desire
To conquer it

To feel you're higher
To follow it
You must be clean

With mistakes
That you do mean

Move the heart

Switch the pace
Look for what seems out of place


Έχω αγαπήσει τόσο πολύ αυτούς τους στίχους, τους έχω διαβάσει τόσο πολύ και τόσο συχνά που τους θυμάμαι όλους απέξω. Και κάθε φορά, σε κάθε συναυλία του Murphy, όταν παίζει αυτό το τραγούδι, αφήνω τη φωνή μου εκεί και μετά δεν μπορώ να μιλήσω για μέρες. Σαν μια μικρή, ασήμαντη παρακαταθήκη.

There is no middle ground
Or that's how it seems

For us to walk or to take

Instead we tumble down

Either side left or right
To love or to hate


Ω, ξέρω πολύ καλά τι θέλεις να πεις Peter, πίστεψέ με. Το ξέρεις κι εσύ, και οι περισσότεροι που έχουν ακούσει ή ακούνε για πρώτη φορά αυτό το τραγούδι. Το παλεύω ακόμα γεναία με το θέμα της συγκίνησης οφείλω να ομολογήσω και εκεί που νιώθω πως δεν υπάρχει παραπέρα για να πάω και πως θα χάσω σίγουρα τη μάχη, ο Peter, φορτίζει την ατμόσφαιρα με διαφορετικό τρόπο. Ξεκινάει να παίζει Bauhaus υπενθυμίζοντάς μου τις post punk καταβολές μου. Και παίρνω στροφή πάνω στα τακούνια μου και εκτινάσομαι αλλού γιατί She's in parties. Σε άλλες εποχές. Σε άλλο τόπο και χρόνο.

Το τελευταίο παραλήρημα, έρχεται όταν αποφασίζει να παίξει το Transmission των Joy Division μετά το Ziggy Stardust. Το πλήθος πάλεται φωνάζοντας Dance, dance, dance to the radio, τόσο δυνατά, που ακούγεται πάνω από τη φωνή του Peter. Ο Mark έρχεται στη άκρη της σκηνή, παραπαίει σχεδόν. Η κιθάρα του, μερικά εκατοστά μακριά μου, μοιάζει λες και έχει δική της ζωή. Τελειώνουν το κομμάτι μέσα σε τέτοια ένταση, που αν απλώσεις το χέρι σου, νομίζεις ότι θα την πιάσεις. Απλώνω το χέρι μου σιωπηλά. Ο Mark με κοιτάζει, μου χαμογελάει και μου δίνει την πένα. Έχουν απλωθεί ένα σωρό χέρια να την βουτήξουν. Είναι, δικαιωματικά δική μου όμως και την εναποθέτει κατευθείαν μέσα στην παλάμη μου, που αμέσως την κλείνω σφιχτά. Ξέρω ότι δεν έχει άλλες. Του έχουν μείνει μόνο 4 για να τελειώσει την περιοδεία.

Η σκηνή αδειάζει. Μοιάζει τόσο έρημη όταν φεύγουν, παρά τα παρατεταμένα χειροκροτήματα και τις φωνές. Έχουν κάτι θλιβερό οι σκηνές που αδειάζουν μετά από μια παράσταση. Κλείνω τα ματιά και προσπαθώ να φυλακίσω τα συναισθήματά μου μέσα μου, όπως σφραγίζεις ένα πολύτιμο άρωμα σε ένα ερμητικά κλεισμένο μπουκαλάκι.
Μετά από λίγη ώρα έρχεται ο ντράμερ να ξεστήσει. Παίρνει τις μπαγκέτες του, με πλησιάζει και μου δίνει τη μια. Την κοιτάω και μετά κοιτάζω προς τα πάνω, στα καμαρίνια και χαμογελάω. Απο δίπλα μου σκάνε κάτι κοπελιές και γαυγίζουν αγριεμένες και με τσαμπουκά. "Εμείς δεν θα πάρουμε τίποτα;" "Τόση ώρα ξελαρυγγιαστήκαμε!" "Όλα εσύ θα τα πάρεις;"

Τις κοιτάζω ήρεμα και... βγάζω τους κυνόδοντες.

Αποριες...


Κάθομαι και ακούω μουσική, με το ίδιο συναίσθημα που είχα παλιά για αυτήν και το είχα χάσει για λίγο και σκέφτομαι. Απορώ μάλλον...
Γιατί όλα τα καλά πράγματα στη ζωή, αποφασίζουν να πέφτουν όλα μαζί σαν βροχή; Γιατί δεν μπορούν να έρχονται ας πούμε με δόσεις;
Το ίδιο συμβαίνει και με τα κακά. Αυτά όμως δεν μοιάζουν με λεπτή, καλοδεχούμενη βροχή. Περισσότερο με χαλάζι μοιάζουν. Γιατί να μην έρχονται κι αυτά με δόσεις;

Κάνω απολογισμό για τα καλά που περιμένω να έρθουν : οι
Chameleons, ο Diego, η Γερμανία, ο Wayne, ο Peter με τον Mark αύριο, τα αστεία που πιθανά καταφέρω να σκεφτώ για να κάνω τους άλλους να γελάσουν και θα χαρώ για αυτό, ο Αντρέας, το μωρό της Ε. που θα έρθει, οι καινούργιοι δίσκοι που θα ακούσω και θα με συνεπάρουν, ο Β. , τα βιβλία που θα αγαπήσω με πάθος... και σκέφτομαι πως είμαι πολύ τυχερή. Και μετά τρομάζω σκεφτόμενη πως για όλα αυτά τα καλά, θα υπάρξουν αντίστοιχα κακά που θα πέσουν κι αυτά μαζεμένα. Γιατί έτσι γίνεται πάντα. Στο τέλος πρέπει να πληρώνεις το λογαριασμό.

Κι ύστερα, κοιτάζω τη φωτογραφία που τράβηξε ο Αντρέας από πάνω και δεν νιώθω πια τρόμο. Σκέφτομαι πως όσο ψηλός κι αν είναι ο λογαριασμός, τώρα πια δεν είμαι μόνη. Θα τον πληρώσω αλλά θα έχω πολλά χέρια να κρατάνε το δικό μου χέρι αν χρειαστεί.
Και χαμογελάω.


Pic by Dreamcatcher

Άντρες...!


Το ένα μου μάτι, μου έκανε την τιμή να ανοίξει χτες το πρωί. Το άλλο, αρνήθηκε πεισματικά.
Κρατάω ένα κουβά καφέ στο ένα χέρι και στο άλλο το ποτήρι με τα παγάκια για το νερό μου. "Κοπελιά και 18 ποτήρια με νερό να πιεις δεν θα κάνεις δέρμα!" σκέφτομαι. "Άσε που μπορεί να σε πιάσει συχνοουρία..."
Μπαίνω στο γραφείο τρεκλίζοντας και κάθομαι. Πως τρεκλίζουμε όταν σηκωνόμαστε κοιμισμένοι κατά τη διάρκεια της νύχτας για να πάμε στην τουαλέτα και μετά πάμε και ξαναπέφτουμε στο κρεβάτι; Έτσι.

Οι άλλοι με κοιτάνε μόλις μπαίνω και κουνάνε το κεφάλι.
- "Τι έκανες χτες το βράδυ βγήκες;" ρωτάει ο ένας.
Γυρίζω να τον κοιτάξω με το ανοιχτό μάτι γιατί το άλλο, είπαμε δεν λέει να ανοίξει.
Μουγκρίζω κάτι ακατάληπτο γιατί δεν έχω πιει καφέ ακόμα.
- "Ρε αυτή κοιμάται όρθια!" λέει ο δεύτερος.
- "Ξενύχτησα μέχρι τις 4" καταφέρνω να πω αφού έχω ανάψει το πρώτο τσιγάρο.
- "Τι έκανες μέχρι τις 4 παιδί μου;" λέει ο τρίτος.
Γυρίζω να τον κοιτάξω άγρια αλλά δεν τα καταφέρνω. Δεν έχω καταφέρει να βάλω ακόμα ούτε την ταμπέλα που λέει "ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΚΥΛΟΣ!" Οπότε και απολύτως φυσιολογικά, απαξάπαντες παρεξηγούν το βλέμμα μου.
- "Ε τι κάνει κανείς καθημερινές μέχρι τις 4;" λέει πάλι ο πρώτος πονηρά.
Πάω να πνιγώ με την τζούρα από τον καφέ μου αλλά δεν προλαβαίνω. Με προλαβαίνει το εγκεφαλικό μόλις ακούω τον δεύτερο να λέει :
- "Τι λες ρε! Μέχρι τις 4;!" τα μάτια του είναι γουρλωμένα από την έκπληξη σαν αυγά τηγανητά. "ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟ;"
- "Θες να πεις πως δεν σου έχει τύχει ποτέ;" πετάγεται ο τρίτος γνήσια απορημένος κι αυτός.
- "Γιατί εσύ το κάνεις μέχρι τις 4; ΠΩΣ;"
Κάθομαι και τους κοιτάω και είμαι έτοιμη να πνιγώ από τα γέλια. Κανονικά, άμα ήμουν ξύπνια θα είχα επέμβει ήδη στην κουβέντα και θα τους είχα κόψει λέγοντας : "Δεν αφήνετε τις μαλακίες πρωί-πρωί;" αλλά σήμερα παρόλο που κοιμάμαι όρθια, έχω κέφια. Δεν θέλω να τους το χαλάσω.
- "Μήπως θες και οδηγίες χρήσης ρε;" ρωτάει o πρώτος.
- "Τι; Γιατί; Κι εσύ τόσες ώρες το κάνεις;"
- "Ε κάποιες φορές..." λέει ντροπαλά.

Θέλω να τους υπενθυμίσω, πως στην περίπτωση που επιθυμούν να μετρήσουν τα προσόντα τους με τα χαρακάκια που έχουμε στο γραφείο, εγώ θα αποχωρίσω αξιοπρεπώς από το δωμάτιο και θα πάω να πιω τον καφέ μου κάτω. Μετά το ξανασκέφτομαι και λέω από μέσα μου πως δεν υπάρχει τίποτα πιο διασκεδαστικό από αντροκουβέντα πρωί - πρωί, ακόμα και αν αυτή περιλαμβάνει και μερικά πλάνα από θρίλερ, οπότε κάθομαι στα αυγά μου. Θα μπορούσαν να είναι χειρότερα τα πράγματα. Να μιλάνε για ποδόσφαιρο ας πούμε...
- "ΤΙ ΛΕΤΕ ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ! Κι εγώ τι κάνω;"
- "Εμάς ρωτάς;"
Γυρίζει σε μένα :
- "Μα μέχρι τις 4 το πρωί χωρίς διακοπή; Τι του έδωσες του ανθρώπου να το πάρω κι εγώ;"
- "Εγώ; Τίποτα!" λέω με πάσα ειλικρίνεια και καταφέρνω να ξυπνήσω τους μυς στο πρόσωπό μου για να χαμογελάσω.
- "ΔΕΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΥΤΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ!" μας δηλώνει με την πρέπουσα έμφαση ενώ βλέπω τον Προϊστάμενο από την τζαμαρία που τα έχει ακούσει όλα, να έχει πέσει από την καρέκλα του γελώντας.
- "Και αν υποθέσουμε ότι ξεκινήσατε στις 12..." κάνει υπολογισμούς στα γρήγορα "ΜΑ 4 ΩΡΕΣ; ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ;"
Έχω αρχίσει να τον λυπάμαι.
- "Ε άργησε λίγο και ο πιτσαδόρος..." πάω να πω κι εκεί γίνεται της τρελής μέσα στο γραφείο.
- "Ο ΠΙΤΣΑΔΟΡΟΣ ΤΙ ΔΟΥΛΕΙΑ ΕΙΧΕ;" λένε όλοι μαζί και με κοιτάζουν έντρομοι, λες και δεν με έχουν ξαναδεί ποτέ στη ζωή τους. Νομίζω πως είναι έτοιμοι να μου κόψουν και την καλημέρα.
- "Ε ναι... Είχαν έρθει κάτι φίλοι στο σπίτι, ήπιαμε κρασάκι, πήραμε και πίτσες, πιάσαμε την κουβέντα και ξεχαστήκαμε..." λέω εγώ τελικά και βλέπω τα πονηρά χαμόγελα και των τριών να καταρρέουν.
Μετά από παύση 30 δευτερολέπτων, όσο ακριβώς τους χρειαζόταν για να διαπιστώσουν το γελοίο της υπόθεσης, έχουμε πέσει όλοι κάτω από τα γραφεία και γελάμε σαν υστερικοί. Μαζί και ο Προϊστάμενος. Αυτός ο άνθρωπος έχει ακούσει απίστευτα πράγματα μέσα από αυτή τη τζαμαρία...

- "Δεν νομίζω πως θα ήθελα να δουλεύω με γυναίκες..." τους δηλώνω ανάμεσα στα γέλια μου.
Και λέω την αλήθεια. Εάν δούλευα με γυναίκες, δεν θα είχα την ευκαιρία να κάνω τόσο σουρεάλ κουβέντες για τα προσωπικά μου πρωί- πρωί. Οι δικοί μου άντρες στο γραφείο, από τη στιγμή που αποφάσισαν να με μετράνε ως ίση τους εκεί μέσα, με έχουν κάνει αυτόματα τον τέταρτο της παρέας και εκτός από την άνεση που έχουν αποκτήσει να χώνονται με αυθεντική οικειότητα στα προσωπικά μου θέματα, τρέχουν για να τους φροντίσω και τα "βαβά" τους όταν έχουν πρόβλημα. Είναι στ'αλήθεια αξιολάτρευτοι και δεν νομίζω πλέον ότι θα μπορούσα να εργαστώ με άλλο team. Παρ'όλο που γίνονται πολλές φορές αφελώς αδιάκριτοι, δεν εκδηλώνουν ποτέ υστερίες και δέχονται με ευχαρίστηση σχεδόν τα βρισίδια που μπορεί να τους πατήσω σε ανύποπτο χρόνο. Το μόνο που μπορεί να με χαλάσει είναι πρωινή κουβέντα για ποδόσφαιρο, αλλά νομίζω ότι ακόμα κι αυτή την προτιμώ από το να μιλάω για τις νέες παραλαβές στο Hondos.

Νομίζω ότι έχω γίνει κάπως σαν τη Στρουμφίτα... Ο Προϊστάμενος είναι ο Μπαμπαστρούμφ αλλά δεν ξέρω άμα του το πούμε αν θα του αρέσει...

-"Τελικά, πλάκα μου κάνατε έτσι; Δεν γίνεται τόσες ώρες..."
- "ΓΙΝΕΤΑΙ!" του λέμε όλοι μαζί με μια φωνή.